Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Σταύρος Χ. Γιωλτζόγλου, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1922-1930)

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1922-1930)Το φθινόπωρο του 1922 στο λιμάνι της Σμύρνης έκλεισε με τον πιο τραγικό τρόπο μία ιστορική εποχή κατά την οποία γενιές Ελλήνων είχαν γαλουχηθεί με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Στην τελευταία φάση της περιόδου αυτής η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση άρχισε με τις ελληνικές επιτυχίες κατά τους βαλκανικούς πολέμους και τελείωσε με την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, που είχε ως συνέπεια τον ξεριζωμό των Ελλήνων και του ελληνισμού από την Ανατολία μετά από μία περίοδο τριών χιλιάδων ετών ζωντανής παρουσίας. Κορυφαίες φυσιογνωμίες της αναμέτρησης αυτής ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Μουσταφά Κεμάλ-Ατατούρκ. Ο πρώτος άγγιξε την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας με τη Συνθήκη των Σεβρών (1920), ο δεύτερος ανέτρεψε όλα τα εις βάρος των Τούρκων σχέδια και έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας. Η Ανακωχή των Μουδανιών (1922) και η Συνθήκη της Λωζάννης (1923) επικύρωσαν τα αποτελέσματα των πολεμικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων των Ελλήνων και των Τούρκων. Και οι δύο πλευρές ένιωσαν ικανοποιημένες καθώς πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό τις βασικές τους επιδιώξεις. Η Ελλάδα απόκτησε οριστικά τη Δυτική Θράκη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, εξασφάλισε την παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την προστασία με διεθνείς διατάξεις της ελληνορθόδοξης-ρωμαΐικης μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ δεν κατέβαλε καμία πολεμική αποζημίωση. Η Τουρκία διασφάλισε τα δυτικά της σύνορα με μία ευρείας έκτασης αποστρατικοποίηση των νησιών και της Θράκης, περιόρισε το ρόλο του Πατριαρχείου μόνο στα πνευματικά του καθήκοντα, προστάτεψε τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, κατήργησε τις διομολογήσεις και κάθε διάταξη που περιόριζε την εθνική της ανεξαρτησία, έλεγχε τα Στενά. Κορυφαίο γεγονός των συμφωνιών υπήρξε η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, καθ’ όλα ανισοβαρής, γιατί ανταλλάχτηκαν ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες πρόσφυγες, κάτω από συνθήκες πολέμου και διωγμών, με πεντακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνους, υπό την προστασία της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής. Τα επόμενα χρόνια Έλληνες και Τούρκοι προσπάθησαν μέσα από επώδυνες διαδικασίες, αντιπαλότητες και καχυποψίες να εφαρμόσουν τις συνθήκες που είχαν υπογράψει ασκώντας, άλλοτε ήπια κι άλλοτε σκληρότερα, μορφές αντιποίνων σε βάρος των εκατέρωθεν μειονοτήτων. Η πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα και το τεράστιο έργο αποκατάστασης των προσφύγων μέσω δανείου από την ΚτΕ οδήγησαν την Ελλάδα σε δεινή κατάσταση. Κι ενώ στο διεθνές περιβάλλον εκδηλώνονταν επικίνδυνες εξελίξεις που εγκυμονούσαν σοβαρούς εθνικούς κινδύνους για τους πρώην εχθρούς, Έλληνες και Τούρκους, οι ηγέτες των δύο πλευρών, Βενιζέλος και Ατατούρκ, επέλεξαν με πολιτικές αποφάσεις, το οικονομικό Σύμφωνο και το Σύμφωνο φιλίας (1930), να επιλύσουν τα μεταξύ τους χρονίζοντα προβλήματα και να εγγυηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο την εθνική τους ασφάλεια και την εδαφική τους ακεραιότητα.

Βιογραφικά του συγγραφέα
Ο Σταύρος Χ. Γιωλτζόγλου γεννήθηκε στις Αυλές Κοζάνης το 1954. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Σερβίων το 1972, σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1980), έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Άγκυρας (1999) και ανακηρύχτηκε διδάκτορας φιλοσοφίας (Τομέας Νεότερης Ιστορίας) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2007). Εργάστηκε σε λύκεια των νομών Σερρών, Θεσσαλονίκης και Κοζάνης. Δίδαξε νεοελληνική γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία και θέατρο στα Πανεπιστήμια Άγκυρας και Κωνσταντινούπολης. Ασχολήθηκε με ζητήματα πολιτισμού, συμμετείχε σε δύο διεθνή συνέδρια (Πάτρα, 2000 και 2001) κι ένα βαλκανικό (Σόφια, 2001) με εισηγήσεις του για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας στην Τουρκία. Υπηρετεί ως Αναπληρωτής Συντονιστής Εκπαίδευσης στο Γενικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη. Δημοσίευσε άρθρα κοινωνικού και πολιτιστικού περιεχομένου στο περιοδικό του Λιβαδερού Κοζάνης Λυχνάρι, επιμελήθηκε τη λαογραφική μονογραφία της Έφης Νίκου-Γιωλτζόγλου “Λιβαδερό – Μόκρο. Η λαϊκή μας παράδοση”, δημοσιεύτηκαν οι τρεις εισηγήσεις του στα συνέδρια της Πάτρας (2001 και 2002) και της Σόφιας (2003) και συμμετείχε στο Έθνος, Κράτος και Πολιτική, Μελέτες Νεοελληνικής Ιστορίας αφιερωμένες στον Γιάννη Σ. Κολιόπουλο με το άρθρο “Ο επαναπατρισμός των Μουσουλμάνων της Ελλάδας στην κεμαλική Τουρκία: Διοικητικές, οικονομικές και ιδεολογικές παράμετροι”. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ