Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Δε φτάνουν για όλους… *του Σταύρου Θεοδωράκη

Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος λοιπόν. Οι ταξιτζήδες αγκαλιά με τους καθηγητές. Οι εισαγγελείς με τους δημοσιογράφους. Οι εφοριακοί με τους εμπόρους. Οι γιατροί με τους σιδηροδρομικούς. Οι φαρμακοποιοί με τους σκουπιδιάρηδες. Οι δήμαρχοι με τους αστυνομικούς. «Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ με ένα χίπι, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά, ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη και η παρθένα με τον σατανά» που λέει και ο Σαββόπουλος. Γιατί μην μου πείτε ότι για εσάς είναι απολύτως φυσικό να κατεβαίνουν στην ίδια πορεία οι άνεργοι και οι καταστηματάρχες. Οι εργάτες και οι επιχειρηματίες. Διεκδικώντας από ποιόν τι; Ίσως από εδώ θα έπρεπε να ξεκινήσει η κουβέντα. Ποιος θα μας δώσει αυτά που διεκδικούμε;

Σε έναν τοίχο στα Εξάρχεια είναι γραμμένο ένα σύνθημα: «Παιδιά μην πίνετε ναρκωτικά, δεν φτάνουν για όλους». Το ίδιο ισχύει και με τα ευρώ (μας). Το ίδιο ισχύει και με τις συντάξεις (μας). Το ίδιο ισχύει και με τα επιδόματα (μας). Απλώς δεν φτάνουν για όλους. Τόσο απλό. Και αφού δεν υπάρχουν πλέον δανειστές διατεθειμένοι να μας δανείσουν πρέπει να αποφασίσουμε ποιοι, πόσοι και πόσα θα παίρνουν. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να έχουμε τους περισσότερους δικαστές στον δυτικό κόσμο (και με τους καλύτερους μισθούς), παράλληλα να έχουμε τους διπλάσιους γιατρούς από όσους έχει η Αγγλία (και με τα περισσότερα φακελάκια) και να θέλουμε να μείνουν ανέγγιχτες οι συντάξεις. Δεν μπορούμε να έχουμε δημοσίους και δημοτικούς υπαλλήλους αργόμισθους και την δουλειά να την βγάζουν οι έκτακτοι και οι αναπληρωτές.

Η Ελλάδα πέρασε 50 χρόνια (ίσως και 80) που αντάμειβε τα «παιδιά» της ανάλογα με το πόσο κοντά ήταν στην εξουσία. Οι καρδιτσιώτες μπήκαν σωρηδόν στη Βουλή όταν πρόεδρος της, έγινε ένας Καρδιτσιώτης. Ο επόμενος πρόεδρος ήταν από την Καστοριά και το Ίδρυμα της Βουλής έχτισε ξενοδοχείο στην κορυφή του Γράμμου (στην κορυφή που είναι στη Καστοριά, όχι στην άλλη που είναι στα Ιωάννινα). (Επιμένω με τους προέδρους της Βουλής γιατί είναι στην επικαιρότητα το αξίωμα). Έτσι μοιράζονταν τα επιδόματα, έτσι χαραζόταν η αναπτυξιακή πολιτική. «Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητες του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» έλεγε ο Μαρξ και εμείς το κάναμε εν συντομία «ο καθένας για πάρτη του και ανάλογα με τα κονέ του». Και έτσι φτάσαμε οι δάσκαλοι να παίρνουν 650ε και οι (απόφοιτοι γυμνασίου) υπάλληλοι των «οργανισμών» 2.000ε. Έτσι γέμισε «τυφλούς» η Ζάκυνθος και «αναπήρους» το Ηράκλειο. Έτσι γέμισαν τα ράφια των εισαγωγών και άδειασαν τα φορτηγά των εξαγωγών.

Αλλά όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν (!), τώρα τι κάνουμε; Ή για να το θέσω ευθέως για πόσο καιρό ακόμη θα κρυβόμαστε πίσω από τα μνημόνια, την Μέρκελ και το ΔΝΤ «διεκδικώντας» όλοι, όλα και «συμπαραστεκόμενοι» όλοι σε όλους. «Ο Γερμανός κατακτητής όταν πάτησε το πόδι του στη χώρα, το πρώτο που φρόντισε να κάνει είναι να διαλύσει…», ενθυμήθηκε ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Παναγιωτόπουλος (και όχι ο υπουργός εθνικής Αντίστασης Φωτόπουλος). «Να απελάσουμε τώρα τους τροϊκανούς» ζητούν «ενωμένοι» μπλε και κόκκινοι συνδικαλιστές (ανάμεσα τους και αυτοί που κάποτε φώναζαν «Η ΔΑΚΕ ψηφίζει Καραμανλή»). Αρκούν λοιπόν αυτές οι υπερκομματικές μπαρούφες για να θρέψουν τους 1.000 ανθρώπους που χάνουν κάθε μέρα τη δουλειά τους (οι άνεργοι πια είναι όσοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι - 1.100.000!). Πόσο καιρό ακόμη αυτοί που υποφέρουν θα ανέχονται να βλέπουν αυτούς που κάνουν πως υποφέρουν; Οι φοροφυγάδες είναι «εξαθλιωμένοι που πρέπει να βρουν τρόπο να ζήσουν» που λένε ορισμένοι πολιτικοί ή είναι αυτοί που ζουν εις βάρος των εξαθλιωμένων. Και χωράνε όλοι τελικά σε μια απεργία, σε μια πορεία, σε ένα «κίνημα»; Αυτοί που προασπίζονται ένα μηνιαίο εισόδημα 15.000ε με αυτούς που αγωνιούν για ένα ετήσιο εισόδημα 7.000ε; Αυτοί που έχουν επαγγελματικές περιουσίες 500.000ε με αυτούς που έχουν μόνο τα χέρια τους και το μυαλό τους; Χωρούν όλοι αυτοί μαζί, στους ίδιους δρόμους; Ή «έρχεται η στιγμή να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις», που λέει (πάλι!) ο Σαββόπουλος, γιατί «πέρασαν για πάντα οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες, οι κραυγές».